Ένα όμορφο κείμενο, αφιερωμένο στις γιαγιάδες μας..

0

Μια αυλή γεμάτη λουλούδια, το πανωπόρτι ανοιχτό, στο τραπέζι ο  Καζαμίας του τρέχοντος έτους,. στα έπιπλα τα κοφτά, η μυρωδιά από τυρόπιτες να σου γαργαλούν τη μύτη και μια αγκαλιά μονίμως ανοιχτή και απέραντη να σε καλωσορίζει στο σπίτι…της γιαγιάς!

Ζήτα από κάποιον να κλείσει για λίγο τα μάτια και να επιστρέψει στα παιδικά του χρόνια, φέρνοντας στο νου εικόνες από τη γιαγιά του. Κάνοντας και εσύ το ίδιο τώρα θα αντιληφθείς ότι οι αναμνήσεις σας κάπου θα συμπέσουν. Εκεί μεταξύ της τηγανητής πατάτας που σου ετοίμαζε γιατί δε σου άρεσε το μεσημεριανό φαγητό στο πατρικό σου, της σοκολάτας που θα έμπαινε κρυφά στην τσέπη μαζί με κάποιο χαρτζιλίκι, του παράπονου γιατί δεν περνάς να τη βλέπεις πια καθημερινά, της γκρίνιας για το μήκος της φούστας ή το μοντέρνο αγορίστικο κούρεμα και όλα αυτά να καταλήγουν στο σταύρωμα-πίσω από την πλάτη σου-όταν την αποχαιρετούσες. Η γιαγιά της Αμοργού θα σε έβρισκε πάντα αδυνατισμένο, θα σου έψηνε τον πρώτο σου καφέ-στην πραγματικότητα γάλα με λίγο καφέ και ταχίνι ίσα για να σκουρύνει-για να της κάνεις παρέα βουτώντας τα κουλουράκια ή το παξιμάδι.   

Η γιαγιά σου που θα σε νευρίασε με την επιμονή της να σου ράψει ένα κουμπί και θα σε κατσάδιαζε για το ‘’που έφαγες(γρατσούνισες) πάλι τα γόνατα σου’’ ήταν εκείνη που με μια ματιά καταλάβαινε την ακεφιά σου ή ακόμα το πρώτο σου καρδιοχτύπι. Στο χώρο της υπήρχε πάντα αναβρασμός, κάποια γειτόνισσα που μπρόβαλλε να τη δει και πιάνανε την κουβέντα, κάποια κατσαρόλα που έβραζε, κάποια πόρτα που ανοιγόκλεινε .Όλα αυτά όμως  μέχρι  τη στιγμή που άρχιζε το απογευματινό σήριαλ που παρακολουθούσε. Τότε και για όση ώρα διαρκούσε η σειρά επικρατούσε απόλυτη ησυχία ενώ εσύ γινόσουν αόρατος, εισπράττοντας αγριεμένες ματιές αν έκανες το λάθος να μιλήσεις αποσπώντας την  από το δράμα των πρωταγωνιστών.

Τι  και αν στα δικά της παιδιά στάθηκε αυστηρή; Τα εγγόνια της τα κακομαθαίνει. Και αν για τα δικά της παιδιά δεν έφτανε ο χρόνος, για τα εγγόνια της η ώρα περισσεύει. Και αν ίσως δε φάνηκε τόσο τρυφερή μαμά, στα εγγόνια της εξαντλεί τα χάδια. Γιατί η αδυναμία που σου έχει..εκδηλώνεται απλά.. με ένα τραγούδι της εποχής της που θα στο πει για να το μάθεις, με ένα αυτοσχέδιο ποιηματάκι που σκάρωσε για να γελάσεις ,με ένα παραμύθι  για να σε χαλαρώσει από το σχολείο, με τη μπουκιά που θα φτάσει στο στόμα σου για να μη μένεις νηστικός πολλή ώρα, με την ιστορία από τα νιάτα της που θα την πει μόνο σε σένα για να κρυφοκαμαρώνεις ότι σε εμπιστεύτηκε, με τη χαρά όταν φέρνεις μαζί κάποιο συμμαθητή σου, με το καμάρι που σε κοιτάζει καθώς σε ξεπροβοδίζει, με τις ώρες που θα μετράει μέχρι να σε ξαναδεί..

Γιατί η αγάπη της γιαγιάς είναι αγάπη δυο μανάδων μαζί και όσοι είχαν την τύχη να γνωρίσουν γιαγιά και να  προλάβουν  να χτίσουν θύμησες μαζί της, τις κουβαλούν σαν την πιο σπάνια κληρονομιά. Και όσο και αν ,μεγαλώνοντας, μας λείπει η παρουσία της  νιώθουμε πάντα το βλέμμα της να μας χαϊδεύει από ψηλά και την ψυχή της να μας νοιάζεται όπως τότε. Γιατί οι άνθρωποι μας χάνονται  μόνο όταν τους ξεχνάμε…

Το κείμενο είναι αφιερωμένο στη μνήμη της κυρά-Σοφίας Νομικού, συζύγου Δημήτριου Νομικού-του γραμματικού των Καταπόλων. Μια γυναίκα που υπήρξε συνώνυμο της καλοσύνης, της ευγένειας, της φιλοξενίας, της αμοργιανής αρχοντιάς…